Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2012

Αντίο μανούλα...

Ήμασταν από τα καλομαθημένα παιδιά, ο αδελφός μου κι εγώ.
Από πιτσιρίκια, βουτηγμένα στις γεύσεις απ' τα χρυσά χέρια της Λουλίτσας μας.
Ο πατέρας έλεγε, ότι ακόμα και τα ταπεινά χόρτα έπαιρναν άλλη νοστιμιά, όταν τα έβραζε εκείνη. Και το σπίτι μας πάντα κέντρο διερχομένων. Το τραπέζι μας, από τότε που έχω μνήμες,  γεμάτο. Γεμάτο εκλεκτά εδέσματα, γεμάτο συνδαιτυμόνες. Και ως συνοδευτικό, οι απίστευτες αφηγήσεις της μάνας μας. Για την μυθιστορηματική ζωή της, τα πρόωρα βάσανα, την βιοπάλη από μια σταλιά παιδάκι, τις μαύρες μέρες της κατοχής, τους αγώνες στην αντίσταση, μετέπειτα στον εμφύλιο, το ξαναγέννημα της ζωής στην μεταπολεμική Αθήνα, τις "μεγάλες πόρτες", τις απώλειες αλλά και τις χαρές, την αγάπη για τον κόσμο, τον διπλανό, εμάς, όλους. Σχεδόν όλα μου τα χρόνια μέχρι τώρα τα πέρασα κοντά της. Και κοντά της έμαθα να καταγίνομαι κι εγώ με τις γεύσεις. Καλός μαθητής άφθαστης δασκάλας. Στις 24 Σεπτεμβρίου 2012 η Λουλίτσα είπε να πάει να συναντήσει τον σύντροφό της, μετά από 31 χρόνια αποχωρισμού. Να βρει πάλι την μάνα, τον πατέρα της που έχασε στα 14 της, όσα αδέλφια της είχαν ήδη ταξιδέψει στο επέκεινα μέσα στο διάβα τόσων χρόνων. Αναπαύεται πια κοντά τους, στα χώματα του μικρού χωριού, από όπου ξεκίνησε στα 7 της χρόνια, για να αρπάξει τη ζωή από τα μαλλιά, θέλοντας και μη. Φώσταινα το λένε κι είναι στην Αχαΐα. Εκεί ήθελε να επιστρέψει και μας όρκιζε εδώ και δεκαετίες, από νέα. Κι εκεί επέστρεψε. Αντίο μανούλα. Η μόνη πικρή γεύση που μου πρόσφερες ήταν τούτου του αποχαιρετισμού. Για μένα θα είσαι πάντα εδώ. Πεντάμορφη και νέα.

'Γεια στα χέρια σου!
Χρήστος